Συστημική Συμβουλευτική σε Ζευγάρια με Υπογονιμότητα

Γράφει η Ασπασία Παπαχίου

Ψυχολόγος

 

 

 

Η Κατερίνα (35) και ο Γιώργος (38) είναι παντρεμένοι για πέντε χρόνια και τα τελευταία τρία χρόνια προσπαθούν ανεπιτυχώς να ξεκινήσουν τη δική τους οικογένεια. Αφού έλαβαν μια πολυπαραγοντική διάγνωση, προσπάθησαν τρεις κύκλους ενδομητρίων (IUI) και δύο κύκλους in vitro γονιμοποίησης (IVF)- καμία από τις οποίες δεν είχε αποτέλεσμα εγκυμοσύνη. Ενώ η συζυγική τους σχέση ήταν δυνατή στην αρχή της θεραπείας, το συσσωρευτικό άγχος από την εμπειρία της υπογονιμότητας άρχισε να επηρεάζει αρνητικά την ικανοποίησή τους από την σχέση και τον γάμο τους. Οι διαφορετικές τους συναισθηματικές αντιδράσεις και ο τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης τους έχουν αφήσει να νιώθουν μόνοι τους σε αυτό τον αγώνα, πιεσμένους και αγχωμένους έπειτα από πολλές αποτυχίες θεραπείας. Και οι δύο αισθάνονται μία αίσθηση βαθιάς απώλειας και αναφέρουν μειωμένη ικανοποίηση από την σεξουαλική τους σχέση. Αισθάνονται απομονωμένοι από τους άλλους και δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το πόσες πληροφορίες θα μοιραστούν με άλλους σχετικά με τις θεραπείες γονιμότητας.

Συστημική Συμβουλευτική σε Ζευγάρια με Υπογονιμότητα

 

Η υπογονιμότητα σε όλο τον κόσμο και σε κάθε πολιτισμό αναγνωρίζεται ως μια αγχωτική και κρίσιμη εμπειρία που απειλεί την ατομική, οικογενειακή, οικογενειακή και κοινωνική σταθερότητα. Έντονα συναισθήματα άγχους, απόρριψης και απώλειας μπορεί να αναπτυχθούν όταν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει δυσκολία στο να συλλάβει και να αποκτήσει παιδί.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.) 1 στα 6 ζευγάρια αντιμετωπίζει κάποια μορφή υπογονιμότητας στη διάρκεια της ζωής τους. Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία του ζευγαριού να συλλάβει έπειτα από συχνές και χωρίς προφύλαξη σεξουαλικές προσπάθειες τουλάχιστον ενός (1) έτους.

Κατά βάση, η υπογονιμότητα αντιμετωπίζεται ως βιολογικό ή ιατρικό πρόβλημα με αποτέλεσμα να παραβλέπονται οι συναισθηματικοί και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που επηρεάζουν ακόμα και τα ζευγάρια που δεν έχουν κάποιο οργανικό πρόβλημα.

Σε κάθε περίπτωση, η υπογονιμότητα αποτελεί μία συλλογική εμπειρία, ένα πρόβλημα ζεύγους και όχι πρόβλημα του ενός μόνο συντρόφου και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται ανεξαρτήτως αιτίας ή αποτελέσματος. Το ψυχικό κόστος αφορά τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα, όπου και οι δύο – αν και με διαφορετικό τρόπο – καταβάλλουν προσπάθειες για να τα καταφέρουν. Η υποστήριξη από την οικογένεια και η συμμαχία μεταξύ των συντρόφων παίζουν σημαντικό ρόλο για την μείωση του άγχους αλλά και για την διατήρηση της ίδιας της σχέσης τους.

Πώς επηρεάζεται το ζευγάρι ψυχολογικά;

Για τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν δυσκολίες υπογονιμότητας, η επιθυμία για την απόκτηση παιδιού σηματοδοτεί την έναρξη μιας δύσκολης εμπειρίας ζωής που επηρεάζει με ποικίλους τρόπους την ποιότητα ζωής του ζευγαριού. Το ζευγάρι φοβάται ότι θα χάσει την προοπτική να δημιουργήσει οικογένεια και να βιώσει τον ρόλο του πατέρα ή της μητέρας. Ταυτόχρονα, νιώθει ενοχές και ζητάει επίμονα απαντήσεις: Γιατί σε μένα; Γιατί να μου συμβεί αυτό; Τι έκανα για να το προκαλέσω;

Συχνά εκδηλώνονται συμπτώματα, όπως:

-Άγχος/ανησυχία/ ανυπομονησία

-κατάθλιψη

-ενοχές/ αμφιθυμία

-θυμός/ένταση/νευρικότητα/ ζήλια

-σεξουαλική δυσλειτουργία/ αλλαγή εικόνας σώματος

-αποξένωση από τον/την σύντροφο ή το ευρύτερο οικογενειακό/κοινωνικό περιβάλλον/ απομόνωση.

Η ερωτική τους ζωή ίσως αποτελεί το κομμάτι της σχέσης που επηρεάζεται πιο πολύ από όλα, απειλώντας μέσα από συγκρούσεις την ίδια τη σχέση του ζευγαριού ή τον γάμο τους. Για παράδειγμα, σε κάποιες θεραπείες η σεξουαλική επαφή αντικαθίσταται από την εξωσωματική επέμβαση ή συνταγογραφείται (όταν, π.χ., δίνεται η οδηγία στο ζευγάρι να κάνει σεξ συγκεκριμένη μέρα και ώρα). Έτσι, η ερωτική ζωή περιορίζεται στις αναπαραγωγικές λειτουργίες και χάνει τον αυθορμητισμό της.

Πώς μπορεί να βοηθήσει η συστημική συμβουλευτική;

Η ψυχολογική υποστήριξη του ζευγαριού που αντιμετωπίζει προβλήματα γονιμότητας και ξεκινά μια θεραπεία είναι σημαντική, αν όχι απαραίτητη. Συγκεκριμένα, μέσω της συστημικής  συμβουλευτικής διαδικασίας, επιτυγχάνονται τα εξής:

  • -Το ζευγάρι αποκτά την ευκαιρία, αρχικά, να μοιραστεί, να μιλήσει για πιθανά άγχη που συνδέονται με την ανεκπλήρωτη επιθυμία του να αποκτήσει παιδί.
  • -Συζητούνται και επεξεργάζονται τα προσωπικά συναισθήματα του κάθε συντρόφου, οι δυσκολίες που πιθανόν αντιμετωπίζει, αλλά και οι προσδοκίες του από την όλη διαδικασία.
  • -Δίνονται απαντήσειςσε συνεργασία με τον γυναικολόγο όσον αφορά στις ιατρικές πτυχές της θεραπείας, καθώς και τις κοινωνικό-συναισθηματικές συνέπειές της (όχι μόνο στο σώμα της γυναίκας και στο ίδιο το ζευγάρι, αλλά και στην οικογένειά του, καθώς και στο παιδί που θα γεννηθεί).
  • -Το ζευγάρι λαμβάνει βοήθεια στο πώς να διαχειρίζεται τις σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές που μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια της υπογονιμότητας και της υποβοηθούμενης θεραπείας αναπαραγωγής.
  • -Ενισχύεται η ψυχική ανθεκτικότητα και η αίσθηση ελέγχου. Το ζευγάρι λαμβάνει στήριξη ώστε να υιοθετήσει ένα ενεργητικό ρόλο και να αυξήσει τα αποθέματά του.
  • -Μείωση του άγχουςκαι των συμπτωμάτων κατάθλιψης.
  • -Διαχείριση της κοινωνικής πίεσης από την οικογένεια και το ευρύτερο φιλικό περιβάλλον, και των προσδοκιών των άλλων, όπου πολλές φορές υπερ-τονίζουν το θέμα “παιδί” και κάνουν πολλές ερωτήσεις (π.χ. “Γιατί δεν έχεις παιδιά;”).
  • -Διερεύνηση άλλων στόχων της ζωής και επανανοηματοδότηση του τι σημαίνει να είσαι γονιός και με άλλους τρόπους, και δημιουργία νέων αφηγήσεων.

Η συστημική συμβουλευτική ζεύγους μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην ενημέρωση και εκπαίδευση του ζευγαριού πάνω στα θέματα θεραπειών υπογονιμότητας, στη διαχείρισή τους και στις ενδεχόμενες αποτυχίες τους.